ἑκουσιάζομαι

ἑκουσι-άζομαι,
A offer or be offered freely,

ἐν τῷ ἑκουσιασθῆναι λαόν LXX Jd.5.2

; ὁ -όμενος τῷ νόμῳ ib.IMa.2.42.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εκουσιάζομαι — ἑκουσιάζομαι (Α) 1. προσφέρω εθελοντικά τις υπηρεσίες μου 2. θέλω, προτιμώ …   Dictionary of Greek

  • ἑκουσιάζομαι — offer pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκουσιαζομένων — ἑκουσιάζομαι offer pres part mp fem gen pl ἑκουσιάζομαι offer pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκουσιαζόμενον — ἑκουσιάζομαι offer pres part mp masc acc sg ἑκουσιάζομαι offer pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκουσιάσεται — ἑκουσιάζομαι offer aor subj mp 3rd sg (epic) ἑκουσιάζομαι offer fut ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκουσιαζομένη — ἑκουσιάζομαι offer pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκουσιαζομένου — ἑκουσιάζομαι offer pres part mp masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκουσιαζομένους — ἑκουσιάζομαι offer pres part mp masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκουσιαζομένῳ — ἑκουσιάζομαι offer pres part mp masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκουσιαζόμενοι — ἑκουσιάζομαι offer pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκουσιαζόμενος — ἑκουσιάζομαι offer pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.